cartridge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cartridge (en)

  1. το φυσίγγιο πυροβόλου όπλου
  2. οποιαδήποτε μικρή θήκη για σκόνη ή υγρό ή αέριο που είναι έτοιμη να εισαχθεί σε ένα μηχανισμό ή σε μια συσκευή, πχ η θήκη που περιέχει το μελάνι ενός εκτυπωτή
  3. η κυλινδρική συνήθως θήκη που περιέχει το φιλμ μιας κλασικής φωτογραφικής μηχανής μαζί με έναν μηχανισμό που επιτρέπει το τύλιγμα και ξετύλιγμά του
  4. κασέτα παλιού βιντεοπαιχνιδιού (μόνο ανάγνωσης [κάποιες φορές έχει μνήμη πχ για τα επίπεδα])
  5. πλακέτα ROM (μόνο ανάγνωσης)
  6. η κεφαλή του πικάπ, στην άκρη του βραχίονα, το εξάρτημα στο οποίο εφαρμόζει η βελόνα ανάγνωσης των μουσικών δίσκων και το οποίο μετατρέπει τις ταλαντώσεις της βελόνας στα αυλάκια του δίσκου σε ηλεκτρικό σήμα