δίσκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο δίσκος οι δίσκοι
      γενική του δίσκου των δίσκων
    αιτιατική τον δίσκο τους δίσκους
     κλητική δίσκε δίσκοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
δίσκος σερβιρίσματος με φλιτζάνια
δίσκος σε πικάπ
αθλητής ετοιμάζεται να πετάξει τον δίσκο
οι παράλληλοι δίσκοι της σπονδυλικής στήλης με γαλάζιο χρώμα
μαγνητικοί δίσκοι (platters) σκληρού δίσκου

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίσκος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δίσκος ή κληρονομημένο από την ελληνιστική κοινή δίσκος (για το επίεπδο σκεύος)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈði.skos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δί‐σκος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίσκος αρσενικό

  1. οποιοδήποτε αντικείμενο με κυκλικό σχήμα
    ο ηλιακός δίσκος
  2. αντικείμενο κυκλικού ή άλλου σχήματος που χρησιμοποιείται για το σερβίρισμα ποτών και φαγητού
  3. (μουσική) αντικείμενο από βινύλιο με αυλακώσεις οι οποίες με τη χρήση κατάλλλης συσκευής μπορούν να αναπαραγάγουν ηχογραφημένη μουσική ή λόγο
    δίσκος 45 στροφών
    • (μουσική) τα τραγούδια που περιέχονται σε ένα μουσικό δίσκο
      αγόρασα τον καινούριο δίσκο του αγαπημένου μου συγκροτήματος
  4. (αθλητισμός) το κυκλικό αντικείμενο που ρίχνει ο αθλητής στο αγώνισμα της δισκοβολίας
  5. (ανατομία) μεσοσπονδύλιος δίσκος: Στρογγυλός ή ελλειψοειδής σύνδεσμος που βρίσκεται μεταξύ των σπονδύλων και χρησιμεύει για να να αποσβαίνει τους κραδασμούς από την κίνηση του κορμού και να ενώνει σε ενιαίο σώμα τη σπονδυλική στήλη.
  6. (οπτική) ο δίσκος του Νεύτωνα: Στρογγυλή επιφάνεια χωρισμένη σε περιοχές που καθεμία τους έχει ένα χρώμα του ηλιακού φάσματος. Όταν περιστραφεί γρήγορα γύρω από τον άξονά του δίνει την εντύπωση ότι έχει λευκό χρώμα. Χρησιμοποιείται για την επίδειξη της επανασύνθεσης του λευκού φωτός από τα βασικά χρώματα στα οποία αναλύεται.
  7. (μηχανική) φορέας που βρίσκεται υπό επίπεδη ένταση είτε υπό επίπεδη παραμόρφωση
  8. (υλικό υπολογιστή) platter: ο μαγνητικός δίσκος σε μία συστοιχία δίσκων μιάς μονάδας σκληρών δίσκων (hard-disk drive), κατασκευασμένος από αλουμίνιο και τελευταία από γυαλί

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

όπως

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική δίσκος οἱ δίσκοι
      γενική τοῦ δίσκου τῶν δίσκων
      δοτική τῷ δίσκ τοῖς δίσκοις
    αιτιατική τὸν δίσκον τοὺς δίσκους
     κλητική ! δίσκε δίσκοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δίσκω
γεν-δοτ τοῖν  δίσκοιν
2η κλίση, ομάδα 'χρόνος', Κατηγορία όπως «χρόνος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ζητούμενο λήμμα

Πηγές[επεξεργασία]