closely
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | closely |
| συγκριτικός | more closely |
| υπερθετικός | most closely |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]closely (en)
- στενά, από κοντά, κοντά στον χώρο και στον χρόνο
He walked into the room, closely followed by the rest of the family.
- Μπήκε στο δωμάτιο, ακολουθούμενος στενά/από κοντά από την υπόλοιπη οικογένεια.
Christmas is closely followed by New Year.
- Τα Χριστούγεννα ακολουθούνται στενά από την Πρωτοχρονιά.
We organized the events to happen closely one after the other.
- Οργανώσαμε τις εκδηλώσεις να γίνουν η μία μετά την άλλη με μικρή χρονική απόσταση μεταξύ τους.
The stadium was filled with closely spaced rows of seats.
- Το στάδιο ήταν γεμάτο με σειρές καθισμάτων τοποθετημένες σε μικρή απόσταση μεταξύ τους.
We drove past streets of closely packed terraced houses.
- Περάσαμε με το αυτοκίνητο από δρόμους με πυκνοχτισμένα σειρά σπίτια.
- στενά, που έχει στενή συγγένεια
The two species are closely related.
- Τα δύο είδη είναι στενά συγγενικά.
- στενά, που έχει στενή σύνδεση
The two events are closely connected.
- Τα δύο γεγονότα είναι στενά συνδεδεμένα.
The country's economy remains closely tied to oil.
- Η οικονομία της χώρας παραμένει στενά συνδεδεμένη με το πετρέλαιο.
- στενά, με τρόπο που δείχνει ότι συμμετέχω πολύ στη δουλειά ή τις δραστηριότητες κάποιου άλλου
The organization works closely with customers in nearly 100 countries.
- Ο οργανισμός συνεργάζεται στενά με πελάτες σε σχεδόν 100 χώρες.
The company was closely involved in the early development of wireless technology.
- Η εταιρεία είχε στενή συμμετοχή στην αρχική ανάπτυξη της ασύρματης τεχνολογίας.
- στενά, προσεχτικά
Stockbrokers closely monitor the markets every morning.
- Οι χρηματιστές παρακολουθούν στενά τις αγορές κάθε πρωί.
The government is closely monitoring the economic situation.
- Η κυβέρνηση παρακολουθεί στενά την οικονομική κατάσταση.
I sat and watched everyone very closely.
- Κάθισα και παρατηρούσα όλους πολύ προσεκτικά.
If you look closely at the painting, you can see a hidden message.
- Αν κοιτάξεις προσεκτικά τον πίνακα, μπορείς να δεις ένα κρυμμένο μήνυμα.
- ≈ συνώνυμα: carefully
- πολύ, με τρόπο που μοιάζει πολύ με κάποιον ή κάτι άλλο
She closely resembled her mother at the same age.
- Έμοιαζε πολύ με τη μητέρα της στην ίδια ηλικία.
It was an exciting game between two closely matched teams.
- Ήταν ένα συναρπαστικό παιχνίδι ανάμεσα σε δύο ισοδύναμες ομάδες.
- που κερδίζεται ή είναι πιθανό να κερδιστεί μόνο με ένα μικρό ποσό ή απόσταση
She won a closely contested election.
- Κέρδισε μια εκλογική αναμέτρηση με μικρή διαφορά.
- για μαλλιά που είναι ξυρισμένα πολύ κοντά στο δέρμα
He had a closely shaved/shaven/cut beard.
- Είχε ένα κοντό μούσι.