Μετάβαση στο περιεχόμενο

closely

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός closely
συγκριτικός more closely
υπερθετικός most closely

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
closely < close + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

closely (en)

  1. στενά, από κοντά, κοντά στον χώρο και στον χρόνο
    παράδειγμα  He walked into the room, closely followed by the rest of the family.
    Μπήκε στο δωμάτιο, ακολουθούμενος στενά/από κοντά από την υπόλοιπη οικογένεια.
    παράδειγμα  Christmas is closely followed by New Year.
    Τα Χριστούγεννα ακολουθούνται στενά από την Πρωτοχρονιά.
    παράδειγμα  We organized the events to happen closely one after the other.
    Οργανώσαμε τις εκδηλώσεις να γίνουν η μία μετά την άλλη με μικρή χρονική απόσταση μεταξύ τους.
    παράδειγμα  The stadium was filled with closely spaced rows of seats.
    Το στάδιο ήταν γεμάτο με σειρές καθισμάτων τοποθετημένες σε μικρή απόσταση μεταξύ τους.
    παράδειγμα  We drove past streets of closely packed terraced houses.
    Περάσαμε με το αυτοκίνητο από δρόμους με πυκνοχτισμένα σειρά σπίτια.
  2. στενά, που έχει στενή συγγένεια
    παράδειγμα  The two species are closely related.
    Τα δύο είδη είναι στενά συγγενικά.
  3. στενά, που έχει στενή σύνδεση
    παράδειγμα  The two events are closely connected.
    Τα δύο γεγονότα είναι στενά συνδεδεμένα.
    παράδειγμα  The country's economy remains closely tied to oil.
    Η οικονομία της χώρας παραμένει στενά συνδεδεμένη με το πετρέλαιο.
  4. στενά, με τρόπο που δείχνει ότι συμμετέχω πολύ στη δουλειά ή τις δραστηριότητες κάποιου άλλου
    παράδειγμα  The organization works closely with customers in nearly 100 countries.
    Ο οργανισμός συνεργάζεται στενά με πελάτες σε σχεδόν 100 χώρες.
    παράδειγμα  The company was closely involved in the early development of wireless technology.
    Η εταιρεία είχε στενή συμμετοχή στην αρχική ανάπτυξη της ασύρματης τεχνολογίας.
  5. στενά, προσεχτικά
    παράδειγμα  Stockbrokers closely monitor the markets every morning.
    Οι χρηματιστές παρακολουθούν στενά τις αγορές κάθε πρωί.
    παράδειγμα  The government is closely monitoring the economic situation.
    Η κυβέρνηση παρακολουθεί στενά την οικονομική κατάσταση.
    παράδειγμα  I sat and watched everyone very closely.
    Κάθισα και παρατηρούσα όλους πολύ προσεκτικά.
    παράδειγμα  If you look closely at the painting, you can see a hidden message.
    Αν κοιτάξεις προσεκτικά τον πίνακα, μπορείς να δεις ένα κρυμμένο μήνυμα.
     συνώνυμα: carefully
  6. πολύ, με τρόπο που μοιάζει πολύ με κάποιον ή κάτι άλλο
    παράδειγμα  She closely resembled her mother at the same age.
    Έμοιαζε πολύ με τη μητέρα της στην ίδια ηλικία.
    παράδειγμα  It was an exciting game between two closely matched teams.
    Ήταν ένα συναρπαστικό παιχνίδι ανάμεσα σε δύο ισοδύναμες ομάδες.
  7. που κερδίζεται ή είναι πιθανό να κερδιστεί μόνο με ένα μικρό ποσό ή απόσταση
    παράδειγμα  She won a closely contested election.
    Κέρδισε μια εκλογική αναμέτρηση με μικρή διαφορά.
  8. για μαλλιά που είναι ξυρισμένα πολύ κοντά στο δέρμα
    παράδειγμα  He had a closely shaved/shaven/cut beard.
    Είχε ένα κοντό μούσι.