coat
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| coat | coats |
coat (en)
- (ενδυμασία) το παλτό
- το στρώμα, το χέρι, επίστρωμα μπογιάς ή άλλη ουσία που επικαλύψει μια επιφάνεια
We applied the first coat of paint.
- Βάψαμε το πρώτο στρώμα χρώματος.
You have to give it two coats of paint.
- Πρέπει να το περάσεις δύο χέρια χρώμα.
He gave his house a new coat of paint and freshened it up.
- Πέρασε ένα χέρι μπογιά στο σπίτι του και το φρεσκάρισε.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | coat |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | coats |
| αόριστος | coated |
| παθητική μετοχή | coated |
| ενεργητική μετοχή | coating |
coat (en)
- επενδύω, επικαλύπτω, επιστρώνω, καλύπτω κάτι με ένα στρώμα ουσίας