Μετάβαση στο περιεχόμενο

coat

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
coat coats

coat (en)

  1. (ενδυμασία) το παλτό
  2. το στρώμα, το χέρι, επίστρωμα μπογιάς ή άλλη ουσία που επικαλύψει μια επιφάνεια
    παράδειγμα  We applied the first coat of paint.
    Βάψαμε το πρώτο στρώμα χρώματος.
    παράδειγμα  You have to give it two coats of paint.
    Πρέπει να το περάσεις δύο χέρια χρώμα.
    παράδειγμα  He gave his house a new coat of paint and freshened it up.
    Πέρασε ένα χέρι μπογιά στο σπίτι του και το φρεσκάρισε.
ενεστώτας coat
γ΄ ενικό ενεστώτα coats
αόριστος coated
παθητική μετοχή coated
ενεργητική μετοχή coating

coat (en)

  • επενδύω, επικαλύπτω, επιστρώνω, καλύπτω κάτι με ένα στρώμα ουσίας
    παράδειγμα  a kitchen coated with tiles - κουζίνα επενδυμένη με πλακάκια
    παράδειγμα  I coated the bathroom with tiles.
    Επένδυσα το μπάνιο με πλακάκια.
    παράδειγμα  coating the walls will marble slabs - επικάλυψη των τοίχων με μαρμάρινες πλάκες
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη cover