Μετάβαση στο περιεχόμενο

complementary

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός complementary
συγκριτικός more complementary
υπερθετικός most complementary

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
complementary < complement + -ary

Επίθετο

[επεξεργασία]

complementary (en)

Παράγωγα

[επεξεργασία]