corollary

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

corollary < μεσοαγγλική corollary < λατινική corollarium < corolla < corona < αρχαία ελληνική κορώνη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

corollary (en)

  1. απόρροια, συνέπεια, συνεπακόλουθο, επακόλουθο
  2. (μεταφορικά) συμπέρασμα (επακόλουθο κατά την άποψη του συγγραφέα-ομιλητή)

Συνώνυμα[επεξεργασία]