correspondence
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| correspondence | correspondences |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- correspondence < correspond + -ence
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- (μη μετρήσιμο) η αλληλογραφία, τα γράμματα, τα email κτλ. που στέλνει και λαμβάνει ένα άτομο
business correspondence - εμπορική αλληλογραφία
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η αλληλογραφία, η δραστηριότητα της συγγραφής επιστολών
Do you continue correspondence with your friend from America?
- Συνεχίζεις την αλληλογραφία με τη φίλη σου από την Αμερική;
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η αντιστοιχία, η σχέση μεταξύ δύο πραγμάτων
Πηγές
[επεξεργασία]- correspondence - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 33, 81. ISBN 9780194325684., λήμμα: αλληλογραφία, αντιστοιχία