cosign
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | cosign |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | cosigns |
| αόριστος | cosigned |
| παθητική μετοχή | cosigned |
| ενεργητική μετοχή | cosigning |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]cosign (en)
- προσυπογράφω, υπογράφω από κοινού με άλλον
The bill must be cosigned by the minister.
- Το νομοσχέδιο πρέπει να προσυπογραφεί από τον υπουργό.
- ≈ συνώνυμα: countersign
- (μεταφορικά) εγκρίνω, επιδοκιμάζω, προσυπογράφω, δίνω την έγκρισή μου σε κάτι