cram

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρήμα[επεξεργασία]

  1. στριμώχνω, συνωστίζομαι
  2. διαβάζω υπερβολικά τελευταία στιγμή πριν την εξέταση, παραφορτώνομαι, παραφορτώνω
  3. παραμπουκώνω, μπουκώνω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

και cramming

  • υπερβολικό διάβασμα της τελευταίας στιγμής πριν την εξέταση, παραφόρτωμα