Μετάβαση στο περιεχόμενο

cram

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας cram
γ΄ ενικό ενεστώτα crams
αόριστος crammed
παθητική μετοχή crammed
ενεργητική μετοχή cramming

cram (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) στριμώχνω, συνωστίζομαι, μπουκώνω, σπρώχνω ή αναγκάζω κάποιον ή κάτι σε ένα μικρό χώρο· μετακινούμαι σε ένα μικρό χώρο με αποτέλεσμα να είναι γεμάτος
    παράδειγμα  She crammed all the clothes she could into her suitcase.
    Στρίμωξε όσα ρούχα μπορούσε στη βαλίτσα της.
    παράδειγμα  I feel crammed in this room.
    Νιώθω στριμωγμένος σ' αυτό το δωματιάκι.
    παράδειγμα  Don’t cram all together!
    Μη συνωστίζεστε!
    παράδειγμα  Don’t cram your mouth full of food!
    Μην μπουκώνεις το φαΐ σου!
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη squeeze
  2. (αμετάβατο, αμερικανικά αγγλικά, ανεπίσημο) παραφορτώνω, διαβάζω υπερβολικά τελευταία στιγμή πριν την εξέταση
    παράδειγμα  Students shouldn’t cram with their homework.
    Οι μαθητές δεν πρέπει να παραφορτώνονται με δουλειά στο σπίτι.