cram

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Open book 01.svg Ρήμα[edit]

  1. στριμώχνω, συνωστίζομαι
  2. διαβάζω υπερβολικά τελευταία στιγμή πριν την εξέταση, παραφορτώνομαι, παραφορτώνω
  3. παραμπουκώνω, μπουκώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

και cramming

  • υπερβολικό διάβασμα της τελευταίας στιγμής πριν την εξέταση, παραφόρτωμα