demean
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | demean |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | demeans |
| αόριστος | demeaned |
| παθητική μετοχή | demeaned |
| ενεργητική μετοχή | demeaning |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]demean (en)
- εξευτελίζω, υποβιβάζω, ρίχνω, κάνω κάτι που κάνει τους ανθρώπους να με σέβονται λιγότερο ή να σέβονται κατόπιν ή κάτι λιγότερο
He insulted and demeaned me.
- Με έβρισε και με εξευτέλισε.
You demean yourself when you go around drunk.
- Εξευτελίζεσαι όταν γυρίζεις μεθυσμένος εδώ και κει.
Don’t demean yourself by…
- Μην υποβιβάζεις τον εαυτό σου με…
Such behavior demeans you in her eyes.
- Τέτοια συμπεριφορά σε ρίχνει στα μάτια της.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη humiliate
Πηγές
[επεξεργασία]- demean - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 305, 770-771, 916. ISBN 9780194325684., λήμμα: εξευτελίζω, ρίχνω, υποβιβάζω