descend
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | descend |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | descends |
| αόριστος | descended |
| παθητική μετοχή | descended |
| ενεργητική μετοχή | descending |
Ρήμα
[επεξεργασία]descend (en)
- κατεβαίνω
- κατηφορίζω
- κατάγομαι
- φέρομαι ανήθικα
- (μουσική) κατέρχομαι κλίμακα