diet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

diet (en)

  1. η δίαιτα
  2. η Δίαιτα (νομοθετικό σώμα)

Ρήμα[επεξεργασία]

diet (en)

  1. διαιτώμαι, ακολουθώ μια δίαιτα
  2. κάνω δίαιτα