dispense

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

dispense (en)

  1. διανέμω, διαθέτω
  2. dispense with απαλλάσσω από



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dispense dispenses

dispense (fr) θηλυκό

  1. απαλλαγή
    elle a eu une dispense de gymnastique - απαλλάχτηκε από τη γυμναστική (το μάθημα)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]