engourdi

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό engourdi engourdis
θηλυκό engourdie engourdies

engourdi (fr)

  1. μουδιασμένος, ναρκωμένος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: endormi, gourd, paralysé
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: agile, souple, vif
  2. (μεταφορικά) αποκοιμισμένος, αργός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: alerte, dégourdi, éveillé, vif