enterrement

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

enterrement < enterrer

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
enterrement enterrements

enterrement (fr) αρσενικό

  1. η ταφή, ο ενταφιασμός
    Enterrement sans pompe.
    Enterrement religieux.
    Enterrement civil.
    Aller à l’enterrement d’une personne.
    Être prié à un enterrement.
    Billet d’enterrement.
    Assister à un enterrement.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ensevelissement, inhumation
  2. η κηδεία
    Voir passer un enterrement.
    Être d’un enterrement.
    Être d’enterrement.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: convoi, funérailles, obsèques
  3. (οικείο) θλιβερός, βλοσυρός
    Une figure d’enterrement - ένα θλιβερό, βλοσυρό πρόσωπο
  4. (οικείο) η οριστική εγκατάλειψη
    l’enterrement d’un projet. - ο ενταφιασμός ενός σχεδίου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: effondrement, fin, mort

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]