eseist
Εμφάνιση
Ρουμανικά (ro)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]eseist (ro) αρσενικό
- ο λογοτέχνης που γράφει δοκίμια
Κλίση
[επεξεργασία] κλίση του eseist
| ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| αόριστη άρθρωση | οριστική άρθρωση | αόριστη άρθρωση | οριστική άρθρωση | |
| ονομαστική | un eseist | eseistul | nişte eseiști | eseiștii |
| γενική | a unui eseist | eseistului | a unor eseiști | eseiștilor |
| δοτική | a unui eseist | eseistului | a unor eseiști | eseiștilor |
| αιτιατική | un eseist | eseistul | nişte eseiști | eseiștii |
| κλητική | — | - | — | - |