Μετάβαση στο περιεχόμενο

excuse

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
excuse excuses

excuse (en)

  • η δικαιολογία, είναι ένας λόγος, αληθινός ή επινοημένος, που δίνω για να εξηγήσω ή να υπερασπιστώ τη συμπεριφορά μου
    παράδειγμα  None of your excuses!
    Να σου λείπουν οι δικαιολογίες!
    παράδειγμα  His illness is clearly an excuse.
    Η αρρώστεια του είναι καθαρή δικαιολογία.
    παράδειγμα  If you are absent without a good excuse
    Αν απουσιάσεις χωρίς σοβαρή δικαιολογία
    παράδειγμα  I am so angry with you! You have absolutely no excuse for standing us up last evening!
    Έχω θυμώσει πολύ μαζί σου! Είσαι τελείως αδικαιολόγητος που μας έστησες χτες βράδυ!
    παράδειγμα  Ignorance of the law is no excuse.
    Δεν συγχωρείται άγνοια νόμου.
ενεστώτας excuse
γ΄ ενικό ενεστώτα excuses
αόριστος excused
παθητική μετοχή excused
ενεργητική μετοχή excusing

excuse (en)

  1. συγχωρώ
    παράδειγμα  I can excuse one or two spelling mistakes.
    Ένα δύο ορθογραφικά λάθη μπορώ να τα συγχωρήσω.
     συνώνυμα: forgive
  2. δικαιολογώ, παρουσιάζω κάτι ως πιο αποδεκτό ή λιγότερο κατακριτέο, προβάλλοντας λόγους ή εξηγήσεις
    παράδειγμα  Nothing can excuse such rudeness.
    Τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογήσει τέτοια αγένεια.
    παράδειγμα  He tried to excuse his behaviour as “a bit of harmless fun.”
    Προσπάθησε να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του ως «λίγη αθώα διασκέδαση».
    παράδειγμα  At school, absences due to illness are considered excused.
    Στο σχολείο οι απουσίες λόγω ασθένειας θεωρούνται δικαιολογημένες.
     συνώνυμα: justify



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
excuse excuses

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

excuse (fr) θηλυκό