δικαιολογία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δικαιολογία δικαιολογίες
γενική δικαιολογίας δικαιολογιών
αιτιατική δικαιολογία δικαιολογίες
κλητική δικαιολογία δικαιολογίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δικαιολογία < αρχαία ελληνική δικαιολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δικαιολογία θηλυκό

  1. ο λόγος που επικαλείται κάποιος για να εξηγήσει μια ενέργεια ή παράλειψή του ώστε να ζητήσει την κατανόηση ή τη συγγνώμη των άλλων
  2. η πρόφαση
    όλο δικαιολογίες είναι τώρα τελευταία, αλλά όλοι βλέπουν την ασυνέπειά του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δικαιολογία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δικαιολογία θηλυκό

  1. η υπεράσπιση με επιχειρήματα
  2. η αγόρευση σε δικαστήριο