Μετάβαση στο περιεχόμενο

fall upon

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας fall upon
γ΄ ενικό ενεστώτα falls upon
αόριστος fell upon
παθητική μετοχή fallen upon
ενεργητική μετοχή falling upon

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
 δείτε τις λέξεις fall και upon

fall upon (en)

  1. αντιμετωπίζω, βρίσκομαι μπροστά σε (μια δύσκολη κατάσταση)
  2. κάτι πέφτει σε μένα, είναι η δική μου ευθύνη
    παράδειγμα  It fell upon me to tell him the bad news.
    Ο κλήρος έπεσε σε μένα να του πω τα άσχημα νέα.
    παράδειγμα  The choice/blame/responsibility fell upon me.
    Η εκλογή/το φταίξιμο/η ευθύνη έπεσε σε μένα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη fall on