filius
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]fīlius, -ī (la) αρσενικό
- (οικογένεια) ο γιος
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | fīlius | fīliī |
| γενική | fīliī & fīli | fīliōrum |
| δοτική | fīliō | fīliīs |
| αιτιατική | fīlium | fīliōs |
| κλητική | fīli | fīliī |
| αφαιρετική | fīliō | fīliīs |
Απόγονοι
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- filius - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- filius - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.