filon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
filon filons

filon (fr) αρσενικό

  1. η φλέβα ενός μεταλλεύματος
  2. πηγή εισοδημάτων



Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

filon (eo)