flicker

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
flicker flickers

flicker (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας flicker
γ΄ ενικό ενεστώτα flickers
αόριστος flickered
παθητική μετοχή flickered
ενεργητική μετοχή flickering

flicker (en)

  1. τρεμοπαίζω, τρεμοσβήνω, τρέμω
    The candle flickered in her hand
    Το κερί τρεμοσβήνε στο χέρι της
    A faint light flickered far away
    Μακριά έτρεμε ένα αδύνατο φως
  2. ζαρίζω