frequent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
παραθετικά
θετικός frequent
συγκριτικός frequenter / more frequent
υπερθετικός frequentest / most frequent
frequenter και frequentest είναι σπάνια

Επίθετο

[επεξεργασία]

frequent (en)

  • συχνός
    Frequent repetition of the same movements every day causes boredom in the automotive industry workers.
    Η συχνή επανάληψη των ίδιων κάθε μέρα κινήσεων προξενεί ανία στους εργαζομένους της βιομηχανίας αυτοκινήτων.

Συγγενικά

[επεξεργασία]