further

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

further (en)

  1. περαιτέρω, επιπλέον, εξάλλου, επίσης
    until further notice
    Don't take it any further

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Χρησιμοποιούμε farther για φυσική απόσταση, ενώ further για μεταφορική απόσταση.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

  1. υποστηρίζω, προάγω, προωθώ
    We have to further the Greek economy.