gratuit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό gratuit gratuits
θηλυκό gratuite gratuites

gratuit (fr)

  1. δωρεάν
    Pour deux achats, on reçoit un gratuit. - Για δύο είδη που αγοράζεις, το τρίτο είναι δωρεάν.
  2. αβάσιμος, αθεμελίωτος, αστήρικτος
    Son accusation était gratuite. - Η κατηγορία του ήταν αβάσιμη.
  3. παράλογος
    C'est un acte gratuit. - Πρόκειται για μια πράξη παράλογη.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Flag of Romania.svg Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

gratuit (ro)

  1. δωρεάν