αθεμελίωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αθεμελίωτος < ελληνιστική κοινή ἀθεμελίωτος: ἀ- στερητικό + θεμελιόω, -ῶ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

αθεμελίωτος, -η, -ο και αθεμέλιωτος

  1. (για κτήρια) που δεν έχει θεμελιωθεί
  2. (μεταφορικά: για απόψεις, υποθέσεις κλπ) που δεν έχει λογικά θεμέλια
     συνώνυμα: αβάσιμος, αστήρικτος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]