αθεμελίωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αθεμελίωτος < ελληνιστική κοινή ἀθεμελίωτος: ἀ- στερητικό + θεμελιόω, -ῶ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αθεμελίωτος, -η, -ο και αθεμέλιωτος

  1. (για κτήρια) που δεν έχει θεμελιωθεί
  2. (μεταφορικά: για απόψεις, υποθέσεις κλπ) που δεν έχει λογικά θεμέλια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αβάσιμος, αστήρικτος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]