grippe

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

grippe (en)

  1. (σπάνιο)(πεπερασμένο) γρίπη



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

grippe 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
grippe grippes

grippe (fr) θηλυκό