hora
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| hora | horas |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]hora (es) θηλυκό
- η ώρα
Καταλανικά (ca)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]hora (ca) θηλυκό
- η ώρα
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- hōra < Συγγενή: αρχαία ελληνική ὥρᾱ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]hōra (la) θηλυκό
- η ώρα
quota hōra est? - τι ώρα είναι;
Πηγές
[επεξεργασία]- hora - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- hora - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]hora (pt) θηλυκό
- η ώρα
Σλοβακικά (sk)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈɦɔ.ɾa/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ho‐ra
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]hora (sk) θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- hora - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025
Τσεχικά (cs)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈɦɔ.ɾa/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ho‐ra
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]hora (cs) θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (ισπανικά)
- Ισπανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (ισπανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ισπανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (καταλανικά)
- Καταλανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (καταλανικά)
- Λατινική γλώσσα
- Ουσιαστικά (λατινικά)
- Αντίστροφο λεξικό (λατινικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (πορτογαλικά)
- Πορτογαλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (πορτογαλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (σλοβακικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (σλοβακικά)
- Σλοβακική γλώσσα
- Ουσιαστικά (σλοβακικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (τσεχικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (τσεχικά)
- Τσεχική γλώσσα
- Ουσιαστικά (τσεχικά)
- Οικείοι όροι (τσεχικά)
- Ιδιωματικοί όροι (τσεχικά)
