Μετάβαση στο περιεχόμενο

hora

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
hora horas

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
hora < λατινική hōra

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hora (es) θηλυκό



Καταλανικά (ca)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
hora < λατινική hōra

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hora (ca) θηλυκό



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
hōra < Συγγενή: αρχαία ελληνική ὥρᾱ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hōra (la) θηλυκό

  • η ώρα
    παράδειγμα  quota hōra est? - τι ώρα είναι;



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
hora < λατινική hōra

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hora (pt) θηλυκό



Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η σλοβακική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɦɔ.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: hora

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hora (sk) θηλυκό

  1. το δάσος
     συνώνυμα: les
  2. το βουνό
     συνώνυμα: vrch

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • hora - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η τσεχική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɦɔ.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: hora

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hora (cs) θηλυκό

  1. το βουνό
  2. (οικείο) μεγάλη ποσότητα, πλήθος, θάλασσα, δάσος
     συνώνυμα: les (δάσος)
  3. (ιδιωματικό) αμπέλι, αμπελώνας

Συγγενικά

[επεξεργασία]