hora

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
hora horas

hora (es) θηλυκό



Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hora (ca)

  1. ώρα



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hora (la) θηλυκό

quota hora est? - τι ώρα είναι;



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hora (pt) θηλυκό



Σλοβακικά (sk) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

hora 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hora (sk)

  1. το δάσος
  2. το βουνό



Τσεχικά (cs) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

hora 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hora (cs) θηλυκό

  1. το βουνό
  2. (οικείο) μεγάλη ποσότητα, πλήθος, θάλασσα, δάσος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: les (δάσος)
  3. (ιδιωματικό) αμπέλι, αμπελώνας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]