Μετάβαση στο περιεχόμενο

hot

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: hoţ

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός hot
συγκριτικός hotter
υπερθετικός hottest

Επίθετο

[επεξεργασία]

hot (en)

  1. ζεστός, ζεσταίνομαι
    παράδειγμα  The sand is very hot.
    Η άμμος είναι πολύ ζεστή.
    παράδειγμα  I am getting very hot, open a window!
    Ζεσταίνομαι πολύ, άνοιξε ένα παράθυρο!
    παράδειγμα  I opened the window because I felt hot.
    Άνοιξα το παράθυρο γιατί ζεστάθηκα.
    παράδειγμα  It’s sunny and it’s hot.
    Έχει ήλιο και κάνει ζέστη.
    παράδειγμα  It’s not as hot as yesterday.
    Δεν κάνει τόση ζέστη όσο χθες.
    παράδειγμα  It’s hotter than yesterday.
    Κάνει περισσότερη ζέστη από χθες.
  2. καυτερή γεύση
    παράδειγμα  hot pepper - καυτερή πιπεριά
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη spicy

Παράγωγα

[επεξεργασία]