indulgent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɪnˈdʌlʤənt/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

indulgent (en)

  1. επιεικής, ανεκτικός, που εύκολα υποχωρεί και ικανοποιεί τις επιθυμίες ή συγχωρεί
    an indulgent parent
    to be indulgent to servants

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό indulgent indulgents
θηλυκό indulgente indulgentes

indulgent (fr)

  1. επιεικής