indulge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

indulge < λατινική indulgeo

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɪnˈdʌldʒ/

Audio (US) 

Ρήμα[επεξεργασία]

indulge (en)

  1. (αμετάβατο, ακολουθείται συχνά από το in) ενδίδω-υποκύπτω σε έναν πειρασμό ή επιθυμία
    He looked at the chocolate but didn't indulge.
    I indulged in drinking on the weekend.
  2. (μεταβατικό) ικανοποιώ τις επιθυμίες κάποιου
    Grandma indulges the kids with sweets.
     συνώνυμα: coddle, cosset, pamper, spoil
    I love to indulge myself with beautiful clothes.
  3. ανέχομαι κάτι, δεν αντιτίθεμαι
    to indulge sloth, pride, selfishness, or inclinations
  4. δίνω παράταση στην τελική ημερομηνία μιας πληρωμής
  5. παραχωρώ κάτι ως χἀρη, συναινώ
    Yet, yet a moment, one dim ray of light / Indulge, dread Chaos, and eternal Night! (Alexander Pope)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]