Μετάβαση στο περιεχόμενο

inept

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός inept
συγκριτικός more inept
υπερθετικός most inept

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɪˈnɛpt/

Επίθετο

[επεξεργασία]

inept (en)