insinuate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

insinuate (en)

  1. υπαινίσσομαι κάτι άσχημο
  2. yourself into: κερδίζω την εύνοια ή την εμπιστοσύνη κάποιου για δικό μου όφελος (κακόσημο)
    they insinuated themselves into Emperor's favor
  3. μετακινώ σιγά το σώμα μου ή ένα μέλος μου και το τοποθετώ κάπου