internat

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
internat internats

internat (fr) αρσενικό

  1. η κατάσταση ενός μαθητή που κατοικεί μέσα σε ένα ίδρυμα
  2. (κατ’ επέκταση) το ίδιο το ίδρυμα, το οικοτροφείο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: pensionnat
  3. η εξάσκηση στο νοσοκομείο ενός φοιτητή ιατρικής· η διάρκεια αυτής της εξάσκησης
  4. ο διαγωνισμός χάρη στον οποίο αποκτάται ο τίτλος που δίνει το δικαίωμα εξάσκησης στο νοσοκομείο