judex
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- judex < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]judex (la)
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | judex | judĭcēs |
| γενική | judĭcis | judĭcum |
| δοτική | judĭcī | judĭcibus |
| αιτιατική | judĭcem | judĭcēs |
| κλητική | judex | judĭcēs |
| αφαιρετική | judĭce | judĭcibus |
Πηγές
[επεξεργασία]- judex - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.