Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Αγγλικά (en)
Εναλλαγή
Αγγλικά (en)
υποενότητας
1.1
Ετυμολογία
1.2
Επίθετο
1.3
Πηγές
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
knowledgeable
27 γλώσσες
Català
English
Eesti
Suomi
Français
Magyar
Ido
Italiano
日本語
ភាសាខ្មែរ
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Oromoo
Polski
Português
Русский
Simple English
Svenska
Kiswahili
தமிழ்
اردو
Tiếng Việt
中文
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Μετάβαση σε παλαιότερο αναλυτή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
[
επεξεργασία
]
παραθετικά
θετικός
knowledgeable
συγκριτικός
more
knowledgeable
υπερθετικός
most
knowledgeable
Ετυμολογία
[
επεξεργασία
]
knowledgeable
<
knowledge
+
-able
Επίθετο
[
επεξεργασία
]
γνώστης
,
ενημερωμένος
He’s
knowledgeable
about cars.
Είναι
γνώστης
του αυτοκινήτου.
He is
knowledgeable
on the pop music topics.
Είναι
ενημερωμένος
στα θέματα μουσικής ποπ.
≈
συνώνυμα
:
→
δείτε
τη
λέξη
learned
Πηγές
[
επεξεργασία
]
knowledgeable
-
Oxford Learner's Dictionaries
Κατηγορίες
:
Λέξεις με επίθημα -able (αγγλικά)
Αγγλική γλώσσα
Επίθετα (αγγλικά)
Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
knowledgeable
27 γλώσσες
Προσθήκη θέματος