korona

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική korona korony
γενική korony koron
δοτική koronie koronom
αιτιατική koronę korony
οργανική koroną koronami
τοπική koronie koronach
κλητική korono korony

Προφορά[επεξεργασία]

korona 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

korona (pl) θηλυκό

  1. η κορώνα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]