Μετάβαση στο περιεχόμενο

mantelpiece

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mantelpiece mantelpieces

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
mantelpiece < mantel + piece

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mantelpiece (en)