melon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

melon (en)

  1. το πεπόνι
  2. (αργκό, στον πληθυντικό) τα γυναικεία στήθη
  3. (αργκό) το κεφάλι



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

melon 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
melon melons

melon (fr) αρσενικό

  1. η πεπονιά
  2. το πεπόνι
  3. είδος καπέλου
  4. (χυδαίο) (υβριστικό) άτομο αραβικής καταγωγής
  5. (αργκό) (Γαλλία) πρωτοετής φοιτητής της στρατιωτικής σχολής Saint-Cyr



Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

melon (eo)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

melon 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

melon (pl)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]