Μετάβαση στο περιεχόμενο

mia

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
mia < mi + .-a

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική miamiaj
αιτιατική mianmiajn

mia (eo) κτητικό επίθετο

mia filino kaj mia filo venos morgaŭ - η κόρη μου κι ο γιος μου θα έρθουν αύριο



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
mia < mio

Επίθετο

[επεξεργασία]
ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό mio mii
θηλυκό mia mie

mia (it)



Λομβαρδικά (lmo)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό mio mii
θηλυκό mia mie

mia

  1. δική μου



Σουαχίλι (sw)

[επεξεργασία]

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

mia (sw)

  1. εκατό