Μετάβαση στο περιεχόμενο

mich

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /mɪç/
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: mich

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας

[επεξεργασία]

mich (de)

  1. προσωπική αντωνυμία, α' πρόσωπο: αιτιατική ενικού του ich
    παράδειγμα Er streichelt mich.
         Με χαϊδεύει.
  2. ανακλαστικός
    παράδειγμα Ich verstecke mich.
         Κρύβομαι.


Προσωπικές αντωνυμίες και αυτοπαθής αντωνυμία
α' πρόσωποβ' πρόσωπογ' πρόσωπο
ενικός
αρσενικόθηλυκόουδέτεροαυτοπαθής
ονομαστικήichduersiees
γενικήmeinerdeinerseinerihrerseiner
δοτικήmirdirihmihrihmsich
αιτιατικήmichdichihnsieessich
πληθυντικός
αρσενικό, θηλυκό, ουδέτεροένδειξη ευγένειαςαυτοπαθής
ονομαστικήwirihrsieSie
γενικήunsereuerihrerIhrer
δοτικήunseuchihnenIhnensich
αιτιατικήunseuchsieSiesich