Μετάβαση στο περιεχόμενο

wir

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: wirr, via

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /viːɐ̯/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: wir

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

wir (de)

  • εμείς
    παράδειγμα Morgen gehen wir zum Basecamp des Mount Everests.
         Αύριο εμείς θα πάμε στο βασικό καταφύγιο του Έβερεστ.
Προσωπικές αντωνυμίες και αυτοπαθής αντωνυμία
α' πρόσωποβ' πρόσωπογ' πρόσωπο
ενικός
αρσενικόθηλυκόουδέτεροαυτοπαθής
ονομαστικήichduersiees
γενικήmeinerdeinerseinerihrerseiner
δοτικήmirdirihmihrihmsich
αιτιατικήmichdichihnsieessich
πληθυντικός
αρσενικό, θηλυκό, ουδέτεροένδειξη ευγένειαςαυτοπαθής
ονομαστικήwirihrsieSie
γενικήunsereuerihrerIhrer
δοτικήunseuchihnenIhnensich
αιτιατικήunseuchsieSiesich



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

wir (pl) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]