moratorium

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
moratorium moratoriums

moratorium (fr) αρσενικό

  1. το μορατόριουμ



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική moratorium moratoria
γενική moratoriów
δοτική moratoriom
αιτιατική moratoria
οργανική moratoriami
τοπική moratoriach
κλητική moratoria

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

moratorium (pl) ουδέτερο

  1. το μορατόριουμ