movement
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| movement | movements |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]movement (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η κίνηση, η ενέργεια του να κινώ το σώμα ή μέρος του σώματος
Frequent repetition of the same movements every day causes boredom in the automotive industry workers.
- Η συχνή επανάληψη των ίδιων κάθε μέρα κινήσεων προξενεί ανία στους εργαζομένους της βιομηχανίας αυτοκινήτων.
- το κίνημα, μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζονται τις ίδιες ιδέες ή στόχους
the labor movement : το εργατικό κίνημα
She’s actively participating in the ecological movement.
- Συμμετέχει ενεργά στο οικολογικό κίνημα.
- (μετρήσιμο, μουσική) το μέρος, οποιοδήποτε από τα κύρια μέρη στα οποία χωρίζεται ένα μεγάλο μουσικό έργο
A symphony usually has four movements.
- Μια συμφωνία έχει συνήθως τέσσερα μέρη.
- (μετρήσιμο, ωρολογοποιία) ο μηχανισμός του ρολογιού
This watch has a Japanese movement.
- Αυτό το ρολόι έχει γιαπωνέζικο μηχανισμό (δηλ. ιαπωνικής κατασκευής)
- συντομογραφία: mvt / MVT
Πηγές
[επεξεργασία]- movement - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 539. ISBN 9780194325684., λήμμα: μέρος