musca

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

musca (la)

  1. μύγα
    • Aquila muscas non capit. — Ο αετός μύγες δεν πιάνει και με μύγες δεν χορταίνει.
    • In pariete albo muscae sedebant ac dormitabant.

Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική musca muscae
γενική muscae muscārum
δοτική muscae muscīs
αιτιατική muscam muscās
κλητική musca muscae
αφαιρετική muscā muscīs
(α' κλίση)