musca
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- musca < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *mu-, mew-. Συγγενή: αρχαία ελληνική μυῖα (< νέα ελληνική μύγα), παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική моуха (μούχα), αλβανική mizë.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]musca (la) θηλυκό
- (έντομο) η μύγα
- Aquila muscas non capit. — Ο αετός μύγες δεν πιάνει και με μύγες δεν χορταίνει.
- In pariete albo muscae sedebant ac dormitabant.
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | musca | muscae |
| γενική | muscae | muscārum |
| δοτική | muscae | muscīs |
| αιτιατική | muscam | muscās |
| κλητική | musca | muscae |
| αφαιρετική | muscā | muscīs |
Πηγές
[επεξεργασία]- musca - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.