Μετάβαση στο περιεχόμενο

musca

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
musca < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *mu-, mew-. Συγγενή: αρχαία ελληνική μυῖα (< νέα ελληνική μύγα), παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική моуха (μούχα), αλβανική mizë.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

musca (la) θηλυκό

  • (έντομο) η μύγα
    Aquila muscas non capit. — Ο αετός μύγες δεν πιάνει και με μύγες δεν χορταίνει.
    In pariete albo muscae sedebant ac dormitabant.
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική musca muscae
γενική muscae muscārum
δοτική muscae muscīs
αιτιατική muscam muscās
κλητική musca muscae
αφαιρετική muscā muscīs
(α' κλίση)