narration
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]narration (en)
- η διήγηση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| narration | narrations |
narration (fr) θηλυκό
narration (en)
| ενικός | πληθυντικός |
| narration | narrations |
narration (fr) θηλυκό