noise

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

noise (en)

  1. θόρυβος (ήχος)
  2. θόρυβος, παράσιτα (διαταραχή στη λήψη ενός σήματος)