Μετάβαση στο περιεχόμενο

on top of

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
on top of <  δείτε τις λέξεις on, top και of

Έκφραση

[επεξεργασία]

on top of (en) (ιδιωματισμός)

  1. πάνω (σε/από), που είναι πάνω από κάτι ή κάποιον
    παράδειγμα  a weight on top of him was lifted - έφυγε ένα βάρος από πάνω του
    παράδειγμα  Put it on top of the others.
    Βάλε το πάνω στ' άλλα.
    παράδειγμα  The bus overcrowded and the passengers are on top of each other.
    Παραγέμισε το λεωφορείο κι οι επιβάτες είναι ο ένας πάνω στον άλλο.
    παράδειγμα  Put the dictionary on top of the others.
    Βάλε το λεξικό πάνω από τα άλλα.
  2. κι από πάνω, έπειτα, κιόλας, επιπροσθέτως
    παράδειγμα  It was savory, but he put more salt on top of that.
    Ήταν πικάντικο, αλλά εκείνος έβαλε κι άλλο αλάτι από πάνω.
    παράδειγμα  He borrowed my car, and on top of that, like that wasn’t enough, he asked me to loan him 100 euros!
    Δανείστηκε το αυτοκίνητό μου, κι έπειτα, σα να μην έφτανε αυτό, μου ζήτησε να τον δανείσω 100 ευρώ!
    παράδειγμα  The situation at home is bad; and on top of that grandpa got sick and everything became more difficult.
    Στο σπίτι η κατάσταση είναι άσχημη· αρρώστησε κιόλας κι ο παππούς και όλα έγιναν πιο δύσκολα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη additionally
  3. έχω υπό τον έλεγχο, ελέγχω την κατάσταση
    παράδειγμα  He is not on top of the situation.
    Δεν ελέγχει την κατάσταση.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]