on top of

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

on top of < → δείτε τις λέξεις on, top και of

Έκφραση[επεξεργασία]

on top of (en)

  1. (κυριολεκτικά) από πάνω
    a weight on top of him was lifted - έφυγε ένα βάρος από πάνω του.
  2. (ιδιωματισμός) κι από πάνω, επιπροσθέτως
    It was savory, but he put more salt on top of that.
    Ήταν πικάντικο, αλλά εκείνος έβαλε κι άλλο αλάτι από πάνω.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη additionally
  3. (ιδιωματισμός) έχω υπό τον έλεγχο, ελέγχω την κατάσταση