papera

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

papera < paper- + -a

Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική papera paperaj
αιτιατική paperan paperajn

papera (eo)

  1. που εκδίδεται σε χαρτί
    la papera eldonaĵo, la reta eldonaĵo - η έκδοση σε χαρτί, η έκδοση στο διαδίκτυο


Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

papera (it)