pauvre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pauvre pauvres

pauvre (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. φτωχός
  2. καημένος, φουκαράς, ταλαίπωρος